Νομαδικός βίος

Οι Σαρακατσάνοι, νομάδες εκ φύσεως, μετακινούνταν συνεχώς μεταξύ βουνών και πεδιάδων. Οι εποχικές αυτές μετακινήσεις τους είχαν σχέση με την τεχνική της κτηνοτροφίας και τις ανάγκες των κοπαδιών, από τα οποία είχαν άμεση εξάρτηση.

Σύμφωνα με την σαρακατσάνικη παράδοση, την άνοιξη και συγκεκριμένα του Αγίου Γεωργίου, μετακινούνταν σχηματίζοντας καραβάνια στα βουνά αναζητώντας βοσκές όπου χάρη στην υγρασία διατηρούνταν κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, καθώς τα πεδινά βοσκοτόπια ξεραίνονταν και η θερμοκρασία έφτανε σε επίπεδα μη ανεκτά από τα κοπάδια τους.

Το φθινόπωρο, στη γιορτή του Αγίου Δημητρίου, έπαιρναν το δρόμο για τις πεδιάδες, τα λεγόμενα χειμαδιά, που ήταν κλιματικά πιο ήπιες σε σχέση με τον σκληρό χειμώνα των βουνών, ώστε να ξεχειμωνιάσουν τα ζώα τους

Τσελιγκάτο

Η βάση της οργάνωσης της κοινωνικής ζωής των Σαρακατσάνων ήταν τα τσελιγκάτα, που ήταν μικρές κοινωνίες αποτελούμενες από 20-50 οικογένειες. Η κοινωνική οργάνωση των Σαρακατσάνων ήταν βασισμένη στη δομή της πατριαρχικής οικογένειας, όπου ο πατέρας ήταν η κεφαλή και όλα τα μέλη της αντλούσαν την καταγωγή τους αποκλειστικά απο αυτόν.

Το τσελιγκάτο ήταν στην ουσία μια φατρία, την οποία αποτελούσαν διάφορες σαρακατσάνικες φάρες οι οποίες ενώνονταν με συγγενικούς δεσμούς μεταξύ τους. Η συγγένεια ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της οργάνωσης της φυλής, υπαγορεύοντας την αλληλεγγύη μεταξύ των συγγενών.

Οι γάμοι γίνονταν με συνοικέσιο με σκοπό την διεύρυνση του κύκλου συγγενών-συνεργατών μέσω της σύναψης συγγένειας εξ αγχιστείας.

Το τσελιγκάτο μπορούσε επίσης να χαρακτηριστεί και σαν ένας οικονομικός συνεταιρισμός ο οποίος εξασφάλιζε και προωθούσε τη συνεργασία των μελών του. Συχνά η κοινωνική ευημερία και ισορροπία λειτουργούσε εις βάρος της ατομικής, καθώς οι παραδόσεις και οι αρχές έπρεπε να τηρούνται αυστηρά.

Χαρακτηριστικό του τσελιγκάτου ήταν η οικονομική και κοινωνική του αυτάρκεια, ενώ η τυροκομία και η κτηνοτροφία αποτελούσαν βασική πηγή εσόδων κάθε οικογένειας αλλά και ολόκληρου του τσελιγκάτου.

Αρχηγός ήταν ο τσέλιγκας, ο οποίος εκλεγόταν από τους αρχηγούς κάθε φάρας του τσελιγκάτου, οι οποίοι μπορούσαν να τον καθαιρέσουν σε περίπτωση που αυτός παρατυπούσε.

Ο τσέλιγκας κατείχε τον κυρίαρχο ρόλο και επιτηρούσε την ομαλή κοινωνικο-οικονομική λειτουργία της κοινότητας, αφού ήταν υπεύθυνος για την οικονομική διαχείριση των κοπαδιών των οικογενειών, την κοινωνική κατανομή της εργασίας και την διανομή των κερδών, ενώ εξασφάλιζε σε όλους τις αναγκαίες διοικητικές και οικονομικές επαφές με την περιβάλλουσα κοινωνία.

Όλα τα μέλη του τσελιγκάτου όφειλαν να υπακούνε σε αυτόν, τον οποίο σέβονταν εξαιτίας της προσωπικότητάς του.

Η ομαλή λειτουργία του συστήματος εξασφαλιζόταν μέσω του εθιμικού δικαίου το οποίο εφαρμοζόταν από «διαιτητές», καθώς η προσφυγή στα δικαστήρια της περιβάλλουσας κοινωνίας αποδοκιμαζόταν έντονα. Ένα πλήθος κανόνων ηθικής, στηριγμένων στην σαρακατσάνικη παράδοση, καθόριζαν τη συμπεριφορά του κάθε ατόμου με βάση το φύλο, την ηλικία και το ρόλο του στην οικογένεια.

Όταν υπήρχε αδυναμία στην εύρεση λύσης για κάποια διαφορά, συνήθως οικονομική, επιτροπή από γειτονικό τσελιγκάτο αναλάμβανε να δώσει τη λύση. Ανώτατη δικαστική αρχή στη Σαρακατσάνικη κοινωνία ήταν το συναφικό (ή σναφικό) δικαστήριο.

Το σναφικό δικαστήριο συγκαλούνταν όποτε υπήρχε κάποια σοβαρή υπόθεση να εξεταστεί, από τον αρχιτσέλιγκα. Όταν η υπόθεση ήταν ιδιαιτέρως σοβαρή, υπήρχε δυνατότητα σύγκλισης σναφικού δικαστηρίου με συμμετοχή περισσότερων τσελιγκάτων.

Τη δικαστική εξουσία ασκούσε συμβούλιο γερόντων, οι οποίοι αφού άκουγαν τον κατηγορούμενο και τον αδικημένο, έβγαζαν την απόφαση. Οι ποινές μπορεί να ήταν ιδιαίτερα αυστηρές, ανάλογα με το είδος της αδικίας. Ο θεσμός των σναφικών δικαστηρίων παρέμεινε σε ισχύ, έως το 1950 στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη.